Παρευρέθηκα, πριν από αρκετό χρονικό διάστημα σε κάποια πολιτική εκδήλωση όπου συνάντησα ανθρώπους γνωστούς,
φυσιογνωμικά. Άτομα, χαρακτηρισμένα για την ανιδιοτελή προσφορά τους στα κοινά.
Αρχικά, δεν κατάλαβα για πιο λόγο
βρίσκονταν εκεί. Μου φάνηκε κάπως περίεργο που έβλεπα αυτούς, συγκεκριμένα,
τους κυρίους και (μερικές) κυρίες να συμμετέχουν σε εκδήλωση με πολύ έντονο το
πολιτικό στοιχείο.
Μετά την αρχική εισήγηση του.....
κεντρικού ομιλητή, και τις τοποθετήσεις μερικών ακόμα, η συζήτηση «άναψε». Οι παρευρισκόμενοι δε μπορούσαν –κυριολεκτικά- να περιμένουν, λες και κάθονταν σε «αναμμένα κάρβουνα» πετάγονταν συνέχεια από τις θέσεις, παρακάμπτοντας τις άτυπες διαδικασίες του διαλόγου, των ερωτοαπαντήσεων και τοποθετήσεων, για να εκφράσουν τη δική τους άποψη (όχι ότι δεν το έχουμε το χούι, αλλά τέλος πάντων). Σα να ήταν η τελευταία ευκαιρία να εξωτερικεύσουν εναγωνίως αυτό που είχαν κριμένο για μεγάλο χρονικό διάστημα στα ενδότερα των σκέψεων τους. Τι ήταν αυτό που ήθελαν να μοιραστούν;
κεντρικού ομιλητή, και τις τοποθετήσεις μερικών ακόμα, η συζήτηση «άναψε». Οι παρευρισκόμενοι δε μπορούσαν –κυριολεκτικά- να περιμένουν, λες και κάθονταν σε «αναμμένα κάρβουνα» πετάγονταν συνέχεια από τις θέσεις, παρακάμπτοντας τις άτυπες διαδικασίες του διαλόγου, των ερωτοαπαντήσεων και τοποθετήσεων, για να εκφράσουν τη δική τους άποψη (όχι ότι δεν το έχουμε το χούι, αλλά τέλος πάντων). Σα να ήταν η τελευταία ευκαιρία να εξωτερικεύσουν εναγωνίως αυτό που είχαν κριμένο για μεγάλο χρονικό διάστημα στα ενδότερα των σκέψεων τους. Τι ήταν αυτό που ήθελαν να μοιραστούν;
Ήθελαν να μοιραστούν δημόσια, τις αναθεωρημένες πολιτικές τους
πεποιθήσεις.
Έπρεπε να τις φανερώσουν, ήταν εσωτερική ανάγκη, η δική τους ανάγκη
να συμμετέχουν, στο εξής, φανερά σε μια από κοινού προσπάθεια εξεύρεσης και ανταλλαγής
τρόπων αντιμετώπισης της ελληνικής πολιτικής παραδοξότητας. Εξεπλάγην (ευχαρίστα),
διότι άκουσα διαφορετικές «φωνές» πολλές και εύστοχες τοποθετήσεις, με ιδέες,
προτάσεις και λύσεις σε συγκεκριμένα θέματα, με αρκετά καλή αιτιολόγηση και
εξειδικευμένη (μερικών, λόγο επαγγέλματος) τεκμηρίωση από ανθρώπους που πραγματικά
δεν περίμενα (κακώς) ότι μπορεί να διαθέτουν –και- την απαραίτητη οξυδέρκεια, “shame on me”. Άνθρωποι
με συσσωρευμένη
γνώση, από χρήσιμες βιωματικές εμπειρίες λόγω εκτενούς ενασχόλησης με τα
κοινά,
με επιστημονική εξειδίκευση, με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση, με λογική
κρίση
και ισχυρή θέληση. Ήταν, άνθρωποι της διπλανής πόρτας που «δεν τους
πιάνει το μάτι σου». Ήταν (θέλω να πιστεύω), σα να άκουγα και έβλεπα μια
μικρή «επανάσταση
της λογικής». Δεν το περίμενα.
Άκουσα με ενδιαφέρον της απόψεις τους, και ενημερώθηκα για κάποια θέματα
στα οποία ομολογώ, δεν είχα εμπεριστατωμένη άποψη. Κι όμως. Δεν τους είχα
ξαναδεί, δεν τους είχα ξανακούσει. Γιατί άραγε; Η εξήγηση,
ίσως, να είναι απλή: Δεν έτυχε(;)
Όμως, έχω την εντύπωση ότι δεν είναι
αυτή.
Προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω (!) κωδικοποιημένες συμπεριφορές αναζητώντας
το αίτιο στο προβληματισμό μου ως πεδίο εκκίνησης, βρέθηκα να στέκομαι απέναντι
σε συνομιλητές μου εντελώς μηχανικά, παρατηρώντας διεξοδικά άλλα άτομα στη
εκδήλωση. Σκεπτόμουν. Μήπως, δεν είναι τόσο περίπλοκο όσο φαίνεται; Μήπως (το
άκουσα τελευταία), πρόκειται για απλό μαθηματικό κανόνα της φύσης; Μήπως, η απόλυτη
ανάγκη για αντιμετώπιση και εξισορρόπηση (θεωρητικά) των επικίνδυνα διαταραγμένων
ισορροπιών λόγω ακραίων συμπεριφορών δημιουργεί, ασυνείδητα, μια μαζική ροπή
προς την συγκεκριμένη διευθέτηση. Θα το κανονίσει η φύση με τρόπο, όπως αυτή μόνο ξέρει; Μήπως αυτή η μεταστροφή είναι
τυχαίο γεγονός και τυγχάνει να συμβαίνει τώρα; Μήπως, τελικά έχει βάλει το
χεράκι του ο Θεός; Και ο παράγων άνθρωπος τι ρόλο παίζει; Όπως και να έχει, οι
αρχαίοι ημών πρόγονοι έλεγαν, «συν Αθηνά και χείρα κινεί». Φιλοσοφημένη ρήση.
Έμεινα, για λίγο σκεπτόμενος. Ο συλλογισμός μου δεν ήταν ασύνδετος.
Προερχόμενοι, καθένας
από διαφορετικές αφετηρίες, με διαφορετικές καταβολές και ερεθίσματα, αλλά κατά
βάσει, από τον πυρήνα της ίδιας κοινωνίας, έψαχναν να
βρουν το «άρμα» της κοινής συστράτευσης. Περισσότερα, ήταν αυτά στα οποία
συμφωνούσαν και λιγότερα αυτά στα οποία διαφωνούσαν. Καλό αυτό γι αρχή. Οι ανησυχίες των περισσοτέρων ήταν
κοινές. Ήταν όλοι τους
συνειδητοποιημένοι
πολίτες, ήταν «οπλισμένοι» με αυτοπεποίθηση, με σιγουριά, αλλά
προπαντός, ήταν αποφασισμένοι
να διεκδικήσουν τα αυτονόητα (ότι μπορεί να σημαίνει αυτό). «Αντιδρούμε,
ενώνουμε τις δυνάμεις μας και διεκδικούμε», το άκουγα να λέγετε από
περισσότερες φωνές, όλο και περισσότερο. Και, ναι, μου άρεσε που το
άκουγα.
Βέβαια, η
δυναμική διεκδίκηση γενικών δικαιωμάτων με γνώμονα το συμφέρον της πλειοψηφίας των
πολιτών- δημοτών (χωρίς να αγνοεί παντελώς τη μειοψηφία) σίγουρα δεν αποτελεί δική
μας πατέντα ή πρωτοτυπία. Όμως, είναι σίγουρα μια παρεξηγημένη έννοια, για τους
Έλληνες. Κι αυτό, λόγω μιας (ανόητης) κυρίαρχης ιδεολογίας, που ερμήνευε την
οποιαδήποτε διεκδίκηση ως επαναστατική πράξη.
Στις οργανωμένες κοινωνίες, η
διεκδικήσεις πρέπει να γίνονται στα πλαίσια θεσμοθετημένων κανόνων, με αυστηρές
κυρώσεις για όσους επιχειρούν την παράκαμψή τους. Όμως, εμείς είχαμε μια ιδιαιτερότητα.
Η παρέκκλιση (και παρεμπόδιση για δεκαετίες της εφαρμογής) των νόμων, ήταν σαν ιός που έλαβε
μορφή επιδημίας, και αφού μόλυνε τα πάντα, παγιώθηκε ως αρρωστημένη αντίληψη.
Και εδώ ακριβώς είναι που θέλω να καταλήξω. Στην ιδιαιτερότητα, και το
μέγεθος της αρρωστημένης αντίληψης στο δημόσιο βίο.
Σε διοικητικό επίπεδό, σε όλες τις βαθμίδες του δημοσίου, η επιτυχής διεκδίκηση (π.χ. πόρων), πέρα
από την ομολογουμένως αποδεδειγμένη διαπραγματευτική ισχύ (θα έπρεπε να), είναι
συνάρτηση πολλών παραγόντων όπως, π.χ. ισχυρής θέλησης, διοικητικής ικανότητας,
αποτελεσματικής δράσης, επείγουσας αναγκαιότητας (και άλλων που δεν χρειάζεται
να αναλύσουμε τώρα), και όχι μόνο «γνωριμιών» και εξαρτημένων (δυστυχώς) πελατειακών
σχέσεων μεταξύ ημετέρων του εκάστοτε κομματικού συστήματος, «παρακάμπτοντας» στην ουσία την όποια, "σειρά προτεραιότητας".
Γι’
αυτό θεωρώ, ότι, είναι άστοχο, άκομψο και προκλητικό να ακούγεται από στόμα «διεκδικητή» ή πολιτειακού
εκπροσώπου ως επιχείρημα, το πλεονέκτημα της προνομιακής- πελατειακής μεταχείρισης.
Είναι ανεπίτρεπτο. Διότι, (θεωρητικά) είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση της πολιτείας, να
ενεργεί ισόνομα και με διαφάνεια απέναντι σε όλα τα θεσμοθετημένα όργανα και τους
αντιπροσώπους αυτών (π.χ. αιρετών ), που όπως και να το κάνουμε, απευθύνονται
στο σύνολο της τοπικής κοινωνίας, και όχι σε μία, η δύο - φίλια προσκείμενες -
μερίδες πολιτών που τυγχάνει να συμπορεύονται (καλή ώρα) κυβερνητικά ή να
συμπλέουν (με κάποιο τρόπο) ιδεολογικά, και συνεργώντας καθαρά «εθιμοτυπικά» να
μεταβιβάζουν για ιδιοτελής σκοπούς τις εκλογικές τους προτιμήσεις, επηρεάζοντας
το εκλογικό σώμα (κληρονομικότητα ψήφου), που είναι κάτι σαν πατροπαράδοτο έθιμο
στη χώρα μας. Αυτά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου