Το πρόβλημα της Θέρμανσης Κτηρίων σε αστικές και περιαστικές περιοχές της Ελλάδας
Ο τρόπος που αναπτύχθηκαν οι πόλεις κατά τον 20ο Αιώνα στην Ελλάδα είναι απόρροια της αυθαίρετης υπόθεσης περί αφθονίας της ενέργειας και των πρώτων υλών καθώς και της έντονης και απότομης αλλαγής των πολιτιστικών αξιών στην χώρα. Αποτέλεσμα ήταν η επέκταση – αναδημιουργία των περισσότερων ελληνικών πόλεων με μορφή τέτοια που δεν ικανοποιεί τις προσδοκίες αλλά και πολλές φορές ούτε καν τις ζωτικές ανάγκες των κατοίκων τους. Ταυτόχρονα,
οι ελληνικές πόλεις αποτελούν έρμαια των εισαγόμενων πόρων, δηλαδή μη βιώσιμες δομές εξαρτώμενες πλήρως από τις διεθνείς συγκυρίες και τα οικονομικά συμφέροντα.
Όσον αφορά την διαχείριση των αστικών κτηρίων, οι ελληνικές πόλεις είναι «ενεργειακές καταβόθρες». Ξοδεύουμε ενέργεια για να θερμάνουμε και να ψύξουμε τα κτήρια, για να μετακινηθούμε, για να μεταφέρουμε από μακρινές αποστάσεις πρώτες ύλες και προϊόντα, για να τροφοδοτηθούμε με νερό, για να αποβάλλουμε τα άχρηστα υλικά, για να εκπαιδευθούμε και για να παράγουμε ή να καταναλώσουμε τρόφιμα, ακόμη και για να έχουμε άμεση επαφή με την φύση.
Ο κτηριακός τομέας στην Ελλάδα (Θέρμανση, Ψύξη, Φωτισμός) καταναλώνει το 40% της συνολικά παραγόμενης πρωτογενούς ενέργειας της χώρας. Αν αναλογισθούμε ότι αυτό συμβαίνει σε μια χώρα με την μεγαλύτερη ηλιοφάνεια και το δεύτερο καλύτερο αιολικό δυναμικό στην Ευρώπη, αραιοκατοικημένη, με ικανοποιητικό ρυθμό βροχοπτώσεων, με την ύπαρξη ορεινών όγκων που δημιουργούν υψομετρικές διαφορές και με ατέλειωτες ακτογραμμές, τότε η ανάγκη εισαγωγών τεράστιων ποσοτήτων πετρελαίου για την κάλυψη των αναγκών μας αποτελεί τουλάχιστον πολιτική ηλιθιότητα
Πρωταρχικό σημείο για την δημιουργία της «πράσινης πόλης» αποτελεί η χωροθέτηση και η πολεοδόμηση, η θέση
δηλαδή των κτιρίων στον χώρο, ο όγκος και το σχήμα των κτηρίων, οι αποστάσεις μεταξύ τους και ο προσανατολισμός τους. Με βάση τις πολύ απλές και φθηνές αρχές τις βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής μπορούν τα κτήρια να εξασφαλίσουν το 60-70% των αναγκών τους σε θέρμανση και δροσισμό από τον ήλιο και να μειώσουν σημαντικά τις ανάγκες για φωτισμό : αρκεί να χτίζουμε κτήρια με νότιο ή σχεδόν νότιο προσανατολισμό, να τα τοποθετούμε στην κατεύθυνση βορρά – νότου και σε απόσταση μεταξύ τους που να είναι διπλάσια του ύψους τους, να έχουν νότιες επιφάνειες με μεγάλα παράθυρα και γενικώς ανοίγματα που καλύπτονται από διαφανή καλύμματα (πχ διπλά τζάμια), καλή εξωτερική μόνωση, μικρά ανοίγματα στο βορρά και καλή μόνωση οροφής ή καλύτερα φυτεμένη στέγη. Τα μικρά συμπληρωματικά ποσά θερμότητας που απαιτούνται κατά τις ιδιαίτερα κρύες και νεφοσκεπείς ημέρες του χειμώνα μπορούν να καλύπτονται από ενεργητικά ηλιακά συστήματα με αποθήκη θερμότητας ή/και από κεντρικά κτηριακά συστήματα θέρμανσης που χρησιμοποιούν ξύλο, βιομάζα, pellets και ακόμη καλύτερα από συστήματα τηλεθέρμανσης με συμπαραγωγή, για την ταυτόχρονη παραγωγή και ηλεκτρικού ρεύματος που χρειάζεται για τον δημοτικό φωτισμό και τις άλλες αστικές καταναλώσεις. Η χρήση φυτικής βιομάζας για την παραγωγή ενέργειας έχει ουδέτερη επίδραση στην συσσώρευση του CO2 στην ατμόσφαιρα και κατά συνέπεια είναι περιβαλλοντικά αποδεκτή, μάλιστα η επιμελημένη διαχείριση της υλοτομίας και της χρησιμοποίησης των δασικών υπολειμμάτων μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση των δασών και γενικά της φυτικής βλάστησης στις περιοχές έξω από την πόλη.
Πρόσθετη θερμότητα αλλά και ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να παράγεται από μονάδες αξιοποίησης του βιοαερίου που παράγεται στον ΧΥΤΑ από τα στερεά απορρίμματα. Εντελώς αντιοικολογική αλλά και τελικά επιζήμια για την ελληνική οικονομία θεωρείται η θέρμανση χώρων με ηλεκτρικές θερμαντικές αντιστάσεις, από τα ηλεκτρο-τροφοδοτούμενα συστήματα θεωρούνται κάπως καλύτερα τα κλιματιστικά και οι αντλίες θερμότητας υψηλής ενεργειακής κλάσης και με υψηλό συντελεστή απόδοσης. Η χωροθέτηση των δασών στην προσήνεμη πλευρά της πόλης καθώς και η επιμελημένη φύτευση αειθαλών δένδρων στην βορινή πλευρά των κτηριακών όγκων μειώνει τους ισχυρούς ανέμους που πλήττουν τα κτίρια, μειώνοντας έτσι και τις ανάγκες για θέρμανση, χωρίς να μειώνει τον απαραίτητο αερισμό – ανανέωση του αέρα των πόλεων. Επικουρικά, η ύπαρξη υδάτινων όγκων στην νότια πλευρά της γειτονιάς και στην νότια πλευρά των κτηρίων καθώς και η σχεδιασμένη φύτευση των ακάλυπτων χώρων μειώνει τα θερμικά φορτία το καλοκαίρι, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως θερμοσυσσώρευση και απάλυνση των θερμοκρασιακών διαφορών κατά τις έντονα κρύες μέρες του χειμώνα.
Τεχνικές υπάρχουν, το πρόβλημα είναι ότι ο κτηριακός όγκος υπάρχει ήδη, έχει χωροθετηθεί και κατασκευασθεί με τελείως λάθος τρόπο και προφανώς το κόστος προσαρμογής του στα τρέχοντα οικονομικά και ενεργειακά δεδομένα είναι ασφαλώς υψηλότερο σε σχέση με έναν εξ αρχής ορθολογικό σχεδιασμό.
Β) Εναλλακτικές Λύσεις – Προτάσεις για την Θέρμανση Κτηρίων
Επί του πρακτέου, ποιες δυνατότητες υπάρχουν σήμερα για να μειωθεί το κόστος θέρμανσης & δροσισμού των κτηρίων και ταυτόχρονα να ελαττωθεί η ρύπανση του περιβάλλοντος ?
Τα περισσότερα κτήρια των ελληνικών πόλεων θερμαίνονται αυτήν την στιγμή από κεντρικό ή αυτόνομο λέβητα πετρελαίου ή φυσικού αερίου. Η ατμοσφαιρική ρύπανση (χημική, οπτική ρύπανση, μικροσωματίδια) και το κόστος της θέρμανσης είναι υπέρογκα - ειδικά με το πετρέλαιο, και το πρόβλημα αναμένεται να γίνει ακόμη εντονότερο στην επόμενη περίοδο θέρμανσης, οπότε η τιμή του πετρελαίου από το 0,95 €/λίτρο θα αγγίξει το 1,50 €/λίτρο.
Με σημερινές τιμές μονάδας, γνωρίζοντας την θερμογόνο δύναμη του πετρελαίου (11 kWh) και τον βαθμό απόδοσης των αντίστοιχων λεβήτων-καυστήρων, το κόστος της θερμότητας που παίρνουμε από το πετρέλαιο είναι περίπου 0,10 € / kWh θέρμανσης.
Για παράδειγμα, ένα μέτρια θερμομονωμένο διαμέρισμα 100 μ2 που η θερμοκρασία του διατηρείται στους 21 οC χρειάζεται ημερησίως περίπου 80 kWh θέρμανσης και συνεπώς θα έχει μέσο ημερήσιο κόστος θέρμανσης περί τα 8 €. Το μέσο μηνιαίο κόστος ξεπερνάει τα 200 €, ενώ το συνολικό κόστος θέρμανσης για μια χειμερινή σαιζόν (για την Θεσσαλονίκη) αγγίζει τα 2.000 ευρώ.
Στην ανάλυση που ακολουθεί θεωρείται παντού ότι η τιμή λίτρου του πετρελαίου θέρμανσης είναι 0,95 € και η θερμογόνος του δύναμη 11 kWh/λίτρο.
Εναλλακτικές λύσεις:
1. Συχνό καθάρισμα και ρύθμιση του λέβητα-καυστήρα Το συχνό καθάρισμα (τουλάχιστον μία φορά ανά σαιζόν θέρμανσης) του λέβητα, στο τέλος της σαιζόν θέρμανσης κατά προτίμηση, βοηθάει στην αύξηση του βαθμού απόδοσης, δηλαδή η θερμότητα που παράγεται από την καύση του πετρελαίου να κατευθύνεται κυρίως προς το νερό του λέβητα και όχι προς την καμινάδα. Κάθε 1 χιλιοστό (mm) καπνιάς στον θάλαμο καύσης του λέβητα μειώνει τον βαθμό απόδοσής του κατά 8% περίπου, αυτό σημαίνει ότι αν αφήσουμε έναν λέβητα ασυντήρητο για 3-4 χρόνια, εκτός του κινδύνου να μην λειτουργήσει καθόλου, θα μας αναγκάσει στο τέλος να πληρώνουμε τα διπλάσια χρήματα για την θέρμανση του κτηρίου. Η συντήρηση του λέβητα, αν και γίνεται συνήθως από εξειδικευμένα συνεργεία, είναι σχετικά απλή υπόθεση, συνίσταται στην αφαίρεση της καπνιάς από τον θάλαμο καύσης και το καθάρισμα των φίλτρων πετρελαίου και μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε άνθρωπο «πιάνουν τα χέρια του» μέσα σε 2-3 ώρες. Η ρύθμιση καύσης του καυστήρα πρέπει να γίνει από ειδικό, όμως συνήθως το καθάρισμα είναι αυτό που απαιτείται περισσότερο.
2. Μείωση της θερμοκρασίας στον θερμοστάτη χώρου

Συνηθίζεται στα ελληνικά σπίτια να ρυθμίζουμε τον θερμοστάτη χώρου στους 22-23 oC. Αυτό, εκτός από πολύ αντιοικονομικό, μπορεί να αποδειχθεί και έντονα ανθυγιεινό. Το αναπνευστικό σύστημα του ανθρώπου και οι βλεννογόνοι του έχει αποδειχθεί ότι λειτουργούν καλύτερα σε θερμοκρασίες αέρα 18 – 19 oC και με μέση σχετική υγρασία αέρα περί το 50-60%. Μπορούμε να χαμηλώσουμε επομένως σταδιακά τον θερμοστάτη από τους 22 στους 20 ή και 19 oC και να κυκλοφορούμε μέσα στο σπίτι με κάποιο θερμότερο και άνετο ρούχο. Ταυτόχρονα θα μειωθεί και η κυκλοφορία σκόνης μέσα στο χώρο, γεγονός ιδιαίτερα επιβαρυντικό για τους πνεύμονες. Η οικονομία στην κατανάλωση μπορεί να φτάσει μέχρι και 30% και η υγεία μας να βελτιωθεί.
3. Χρήση ηλεκτρικού ρεύματος για θέρμανση 3 Α Με θερμαντικά σώματα ηλεκτρικής αντίστασης
Το ηλεκτρικό ρεύμα, αν και εξασφαλίζει 100% βαθμό απόδοσης κατά την θέρμανση χώρων, θεωρείται ως εντελώς αντιοικολογική μέθοδος για θέρμανση χώρων. Είναι πηγή ενέργειας πολύ υψηλής αξίας και είναι κρίμα να το μετατρέπουμε στην υποδεέστερη των ενεργειών (θερμική). Ας αναφέρουμε μερικά στοιχεία :
Με την σημερινή τιμή της ηλεκτρικής KWh να κυμαίνεται περί τα 0,14 €, είναι εμφανές ότι ακόμη και με βαθμό απόδοσης 100% το ηλεκτρικό ρεύμα είναι πιο ακριβό κατά περίπου 50% σε σχέση με το πετρέλαιο θέρμανσης. Έχει τα πλεονεκτήματα ότι δεν παράγει ρύπανση μέσα στις πόλεις (αλλά αντίστοιχα πολύ μεγάλη στους σταθμούς παραγωγής του ρεύματος, βλ. Κοζάνη & Πτολεμαϊδα, η παραγωγή ρεύματος στην Ελλάδα ευθύνεται για το 60% της συνολικής παραγωγής αέριων ρύπων στην χώρα) και ότι μπορούμε να ρυθμίσουμε άμεσα και απλά την θέρμανση. Οι μονοφασικές οικιακές ηλεκτρικές εγκαταστάσεις συνήθως δεν διαθέτουν επαρκή ισχύ για να θερμάνουν ένα διαμέρισμα, οπότε θα χρειασθεί επέκταση της εγκατάστασης σε τριφασική, γεγονός ιδιαίτερα δύσκολο και ακριβό σε υπάρχοντα κτήρια.
Το κόστος προμήθειας συσκευών για ένα διαμέρισμα 100 μ2 κυμαίνεται από 500 – 1.000 €.
3 Β Με ηλεκτρικούς θερμοσυσσωρευτές

Η τεχνική «θερμικής φόρτισης» συσκευών με το φθηνότερο νυχτερινό ηλεκτρικό ρεύμα της ΔΕΗ εφαρμόσθηκε πολύ τις δεκαετίες του 80 και 90 στην Ελλάδα με στόχο την τεχνική εξυπηρέτηση της ΔΕΗ. Σήμερα δίνονται λίγες καινούργιες παροχές ρεύματος με νυχτερινό ρεύμα, αφού η επιθυμητή εξίσωση ηλεκτρικής ισχύος μέρας – νύχτας έχει επιτευχθεί.
Το κόστος της νυχτερινής kWh είναι περί τα 0,09 € και συνεπώς το κόστος θέρμανσης είναι παραπλήσιο με αυτό του πετρελαίου. Παρουσιάζει τα οικολογικά μειονεκτήματα που αναφέρονται στο 3Α, επιπλέον ότι εκπέμπουν «καμμένη σκόνη» στο χώρο (στο εσωτερικό τους η θερμοκρασία των πυρότουβλων θερμοσυσσώρευσης αγγίζει τους 700 oC) και ότι ξεραίνουν υπερβολικά την ατμόσφαιρα του σπιτιού, έχουν δηλαδή μακρόχρονα αρνητικές επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία.
Το κόστος προμήθειας συσκευών για ένα διαμέρισμα 100 μ2 κυμαίνεται από 3.000 – 4.000 €.
3 Γ Με κλιματιστικές συσκευές – αντλίες θερμότητας
Είναι τα γνωστά κλιματιστικά που αρχικά εφαρμόσθηκαν για δροσισμό χώρων και πολύ γρήγορα επεκτάθηκαν και σε λειτουργία θέρμανσης. «Αντλούν» θερμότητα από το περιβάλλον και την οδηγούν μέσα στο κτήριο, ανεξαρτήτως από το αν η θερμοκρασία έξω είναι μικρότερη από μέσα. Καταναλώνουν ηλεκτρικό ρεύμα για την λειτουργία του συμπιεστή και του ανεμιστήρα, όμως παρουσιάζουν το πλεονέκτημα ότι παράγουν 2 έως 3 φορές περισσότερη ποσότητα θέρμανσης από την ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνουν. Από περιβαλλοντική άποψη, εφόσον το κτήριο διαθέτει ήδη κλιματιστικές συσκευές, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούνται αυτές σε σύγκριση με μια άλλη ηλεκτρική θέρμανση με αντιστάσεις ή σε σχέση με ένα λέβητα πετρελαίου. Έχουν το μειονέκτημα ότι ο βαθμός απόδοσής τους μειώνεται καθώς η θερμοκρασία περιβάλλοντος πλησιάζει τους 0oC, και έτσι αδυνατούν να μας θερμάνουν ακριβώς όταν έχουμε περισσότερο ανάγκη την θέρμανση.
Αν δεχθούμε ένα συντελεστή απόδοσης 2,5 δηλαδή για κάθε μία ηλεκτρική KWh που καταναλώνεται παράγονται δυόμισυ kWh θέρμανσης, και με μέση τιμή ηλ. ρεύματος 0,14 €/kWh, το κόστος θέρμανσης είναι κατά 30-40% μικρότερο σε σχέση με το πετρέλαιο. Αν μάλιστα η κατοικία διαθέτει και νυχτερινό ρεύμα, η οικονομία μπορεί να φτάσει και το 60%. Οι οικιακές ηλεκτρικές εγκαταστάσεις συνήθως δεν διαθέτουν επαρκή ισχύ για να τροφοδοτήσουν όλες τις συσκευές που θα απαιτηθούν για ένα διαμέρισμα. Μπορεί, όμως, να γίνει προγραμματισμός σταδιακής λειτουργίας αυτών.
Το κόστος προμήθειας συσκευών για ένα διαμέρισμα 100 μ2 κυμαίνεται από 2.000 – 3.000 €.
4. Θερμομόνωση του κελύφους του κτηρίου
Τα κτήρια που έχουν κατασκευασθεί πριν από το 1985, πριν δηλαδή την εισαγωγή του Κανονισμού Θερμομόνωσης, είναι κατά τεκμήριο αμόνωτα, αυτό σημαίνει ότι σημαντικό μέρος της θερμότητας που παράγεται από το σύστημα θέρμανσης του κτηρίου διαπερνά το κέλυφος και καταλήγει να θερμαίνει το περιβάλλον. Αυτό που μπορεί να γίνει σε υπάρχοντα αμόνωτα κτήρια είναι να αντικατασταθούν τα κουφώματα με νέα θερμομονωτικά διπλής υάλωσης και να προστεθεί εξωτερική θερμομόνωση επί της τοιχοποιίας -ειδικά επί του δώματος (ταράτσα)- και αυτή να προστατευθεί με μια τελική στρώση σοβά ή άλλου δομικού υλικού. Το κόστος μιας τέτοιας επέμβασης θερμομόνωσης κυμαίνεται περί τα 40 € / μ2, δηλαδή σε μια κατοικία επιφάνειας 100 μ2 η εξωτερική της θερμομόνωση θα κοστίσει 4- 8.000 ευρώ, όμως οι θερμικές απώλειες θα μειωθούν κατά τουλάχιστον 50% και η διάρκεια απόσβεσης του αρχικού κόστους είναι 5-6 χρόνια. Μέσα στο 2011 ξεκίνησαν και συνεχίζει να είναι σε ισχύ κρατικό πρόγραμμα επιδότησης με το όνομα «Εξοικονομώ Κατ΄ Οίκον» για την κάλυψη μέρους του κόστους, οδηγίες μπορούν να ληφθούν από τράπεζες και γραφείο μηχανικών. Σημαντικό είναι να προσέξουμε τι είδους θερμομόνωση θα βάλουμε, είναι προτιμότερο να επιλέξουμε υλικά από φυσικές ουσίες με λίγα χημικά πρόσθετα, πχ ηρακλείτης, πετροβάμβακας, μίκα κλπ και όχι μονώσεις από πολυστερίνη που ευθύνονται σημαντικά κατά την φάση παραγωγής τους στην δημιουργία του φαινομένου θερμοκηπίου.
5. Προσθήκη βιοκλιματικών στοιχείων σε νότιες όψεις του κτηρίου
Αν και οι ελληνικές πόλεις αναπτύχθηκαν στις προηγούμενες δεκαετίες χωρίς να ληφθεί υπ΄ όψη σχεδόν καμία περιβαλλοντική ή ενεργειακή παράμετρος, υπάρχουν αρκετά κτήρια τα οποία έχουν νότιο προσανατολισμό και δεν σκιάζονται. Στους νότιους τοίχους αυτών των κτηρίων μπορούν να εφαρμοσθούν απλές τεχνικές της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής.
Τέτοιες είναι η ενσωμάτωση τοίχων Trombe (κούφωμα πάχους 10 cm με διπλό τζάμι σχεδόν κολλητά στον τοίχο), τοίχων μάζας ή μικρών θερμοκηπίων. Το κόστος δεν ξεπερνάει συνήθως τα 100 € / μ2 και για κάθε 1 μ2 τέτοιας κατασκευής μπορούν να θερμανθούν περίπου 3 μ2 κατοικίας. Έτσι, πχ, αν υπάρχει μια σχεδόν νότια πρόσοψη διαμερίσματος ύψους 3,0 μέτρων και μήκους 8,0 μ και καλυφθεί όλη με μια βιοκλιματική κατασκευή, αυτή μπορεί να καλύψει περίπου το 60% των αναγκών θέρμανσης μιας κατοικίας επιφάνειας 75 μ2. Η εγκατάσταση θα κοστίσει περίπου 3.000 € και η απόσβεσή της θα γίνει σε 4-5 χρόνια, αφού το μόνο που καταναλώνει είναι η ηλιακή ακτινοβολία, μάλιστα υπό συνθήκες το σύστημα αυτό μπορεί να συμβάλει και στον δροσισμό της κατοικίας κατά τους θερινούς μήνες. Ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή και την ηλιοφάνεια μεταβάλλονται οι παραπάνω αριθμοί, στην Αθήνα πχ ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να παράγει 25% περισσότερη θερμότητα και να κάνει απόσβεση σε ακόμη μικρότερο χρονικό διάστημα. Παρουσιάζει το μειονέκτημα ότι μπορεί να αλλοιώσει αισθητικά την πρόσοψη της κατοικίας και ότι μπορεί να χρειασθεί το άνοιγμα ορισμένων οπών στους τοίχους.
6. Προσθήκη ηλιακών συλλεκτών στην οροφή – στέγη του κτηρίου

Εφόσον ένα κτήριο διαθέτει ελεύθερο ηλιαζόμενο – μη σκιαζόμενο δώμα (ταράτσα) και ο ιδιοκτήτης του κτηρίου δεν επιθυμεί επεμβάσεις στις όψεις του, τότε μπορεί να εγκατασταθεί σύστημα παραγωγής θερμότητας με ηλιακούς συλλέκτες ρευστού ή ηλιακούς αεροσυλλέκτες για την θέρμανση του κτηρίου. Αυτές οι εγκαταστάσεις έχουν σημαντικό ηλεκτρομηχανολογικό μέρος, ανήκουν στα ενεργητικά ηλιακά συστήματα και προϋποθέτουν ενδοδαπέδιο σύστημα θέρμανσης ή θερμαντικά σώματα με ανεμιστήρες (fancoils). Το κόστος των συστημάτων αυτών ξεπερνάει συνήθως τα 250 €/μ2 πεδίου συλλεκτών, απαιτούν συντήρηση και έχουν μακρύτερη διάρκεια απόσβεσης σε σχέση με τα βιοκλιματικά στοιχεία. Μπορούν, ανάλογα με την επιφάνειά τους, να καλύψουν μέχρι και το 70% των θερμικών αναγκών ενός κτηρίου και ταυτόχρονα μέχρι 90% από τις ανάγκες για ζεστό νερό χρήσης. Η αναγκαία επιφάνεια πεδίου είναι περίπου το 35% της επιφάνειας δόμησης της κατοικίας, αυτό σημαίνει ότι για ένα διαμέρισμα 100 μ2 απαιτούνται περίπου 35 μ2 πεδίου ηλιακών συλλεκτών με κόστος περί τα 8.500 €.
7. Εγκατάσταση συστήματος Γεωθερμίας
Κτήρια τα οποία διαθέτουν επαρκή ακάλυπτο ελεύθερο χώρο μπορούν να θερμανθούν – δροσισθούν με
εγκατάσταση συστημάτων γεωθερμίας. Προϋπόθεση είναι να υπάρχει ελεύθερος χώρος γης επιφάνειας περίπου ίσης με την επιφάνεια δόμησης του κτηρίου και πρόσβαση στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής μεγάλων οχημάτων για την διενέργεια των απαραίτητων γεωτρήσεων ή εκσκαφών. Ουσιαστικά πρόκειται για μηχανήματα κλιματισμού ή καλύτερα «αντλίες θερμότητας νερού», που όμως λειτουργούν με μεγάλο συντελεστή απόδοσης (περίπου 5 ή και περισσότερο) εξαιτίας της σταθερής θερμοκρασίας του εδάφους. Ένας τέτοιος συντελεστής απόδοσης καθιστά τα συστήματα αυτά και περιβαλλοντικά συμβατά. Έτσι, με την κατανάλωση μιας μονάδας ηλεκτρικής ενέργειας παράγονται 5 μονάδες θερμότητας για την θέρμανση της κατοικίας. Ο χρήστης του χώρου θα δει άμεσα μια μείωση του κόστους θέρμανσης στο 1/3 σε σχέση με ένα σύστημα πετρελαίου, όμως το αρχικό κόστος της εγκατάστασης γεωθερμικού συστήματος παραμένει υψηλό, περίπου 10.000 € για μια κατοικία περί τα 100 μ2 και συνεπώς η διάρκεια απόσβεσης ξεπερνάει τα 8 χρόνια.
8. Εγκατάσταση λέβητα ξύλου ή Pellets (βιομάζα)Η βιομάζα στην Ελλάδα αποτελεί τον κυριότερο άμεσα εφαρμόσιμο ενεργειακό της πόρο. Μελέτες έχουν καταδείξει ότι με μια ορθολογική χρήση του ξύλου, των δασικών και γεωργικών υπολειμμάτων και των απορριμμάτων μπορεί να υποκαταστήσει το 80% του πετρελαίου θέρμανσης. Το τελευταίο διάστημα ανθούν οι επιχειρήσεις που εγκαθιστούν λέβητες ξύλου ή πέλλετς (είναι αυτά τα μικρά τεμάχια ξύλου σε μορφή κυλίνδρου), κυρίως σε περιαστικές ή αγροτικές περιοχές. Από περιβαλλοντική άποψη, το ξύλο ή γενικά η βιομάζα, είναι ουδέτερο υλικό και αποδεκτό από τις οικολογικές οργανώσεις, αφού κατά την δημιουργία του δεσμεύει CO2 από την ατμόσφαιρα, το οποίο και απελευθερώνει ξανά κατά την καύση του. Είναι σαφώς προτιμότερο σε σχέση με το πετρέλαιο, το οποίο κατά την καύση του απελευθερώνει CO2, που ήταν για εκατομμύρια χρόνια δεσμευμένο στα έγκατα της γης, προκαλώντας το Φαινόμενο Θερμοκηπίου.
Ως προς το κόστος : Ένα οικιακός λέβητας ξύλου κοστίζει από 1.200 έως 3.500 ευρώ, ανάλογα με την ποιότητα κατασκευής και τους αυτοματισμούς που περιλαμβάνει, ενώ ένας λέβητας πέλλετς κοστίζει από 2.500 έως 5.000 ευρώ. Το κόστος λειτουργίας είναι περίπου το μισό σε σχέση με το πετρέλαιο, ένα κιλό ξύλου αποδίδει θερμότητα περίπου ίση με 2,5 kWh (σε σχέση με τις 9,5 kWh που παίρνουμε από το πετρέλαιο) και έτσι χρειαζόμαστε περίπου 4 φορές μεγαλύτερη ποσότητα για να έχουμε το ίδιο θερμικό αποτέλεσμα με το τελευταίο. Η τιμή του είναι αυτήν την στιγμή περί τα 120 € / τόνος, συνεπώς 4 τόνοι κοστίζουν 480 ευρώ και ισοδυναμούν με ένα τόνο πετρελαίου που κοστίζει 960 ευρώ. Παρόμοια στοιχεία ισχύουν και για το πέλλετ, το οποίο κοστίζει μεν ακριβότερα –περίπου 230 € ανά τόνο- αλλά ταυτόχρονα έχει μεγαλύτερη θερμογόνο δύναμη (περίπου 4 kWh / κιλό) και καλύτερο βαθμό απόδοσης, οπότε καταλήγουμε στα ίδια. Το σύστημα καύσης πέλλετς παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι συνήθως διαθέτει αυτοματισμούς και μοιάζει περισσότερο με την λειτουργία ενός λέβητα πετρελαίου, σε αντίθεση με τον λέβητα ξύλου που χρειάζεται άναμμα και χειροκίνητη τροφοδοσία ξύλου ανά 2-3 ώρες περίπου. Και τα δύο συστήματα, πάντως, κάνουν απόσβεση του αρχικού κόστους εγκατάστασης σε 2-4 χρόνια περίπου.
Όσο για την ποσότητα ξύλου ή πέλλετς θα χρειασθούμε –για να υπολογίσουμε και το απαραίτητο μέγεθος της αποθήκης ξύλου ή πέλλετς- ισχύουν τα εξής :
Για μια κατοικία 100 μ2 απαιτείται περίπου 1,4 τόνος ξύλα ανά μήνα ή 700 κιλά πέλλετς, για την κεντρική θέρμανση μιας πολυκατοικίας θερμαινόμενου χώρου 1000 μ2 με απώλειες περί τις 120.000 θερμίδες/ώρα θα απαιτηθούν αντίστοιχα δεκαπλάσιες ποσότητες υλικού, με ότι αυτό συνεπάγεται στην προμήθεια και αποθήκευση των υλικών.
10. Διάφορες άλλες τεχνικές
Λέβητας Ιόντων
Εμφανίζεται ως νέα και καινοτόμος ιδέα θέρμανσης χώρων που «βασίζεται στην διέγερση των μορίων του νερού
μέσω του ηλεκτρικού ρεύματος και σε βάρος της αγωγιμότητας των ιόντων». Με βάση τα αναφερόμενα στα τεχνικά φυλλάδια και τις ηλεκτρονικές σελίδες των εταιρειών που το πλασάρουν, ο λέβητας ιόντων χρησιμοποιεί για την λειτουργία του το ηλεκτρικό ρεύμα και ως εκ τούτου έχει μηδενικούς ρύπους, δεν απαιτείται μετατροπή της κεντρικής εγκατάστασης θέρμανσης, παρά μόνο αντικατάσταση του νερού του λέβητα από ένα ειδικό αντιπαγετικό υγρό. Η περιγραφή λειτουργίας, πάντως, που δίνεται από τις εταιρείες που το εμπορεύονται, είναι ατεκμηρίωτη επιστημονικά και φαίνεται να αντιβαίνει σε βασικούς κανόνες της Φυσικής. Το κόστος εγκατάστασης για μια κατοικία περί τα 100 μ2 είναι συνολικά λιγότερο από 2.000 ευρώ. Στο θέμα θα έπρεπε να επέμβουν οι Ενώσεις Προστασίας Καταναλωτών για να φανεί μια πιθανή εξαπάτηση του κοινού, κυρίως σε δύο σημεία : ως προς τον βαθμό απόδοσης που επικαλούνται (>1) και την οικονομικότητα που υπόσχονται οι σχετικοί αντιπρόσωποι.
Θέρμανση με υπέρυθρεςΕίναι μια τεχνολογία που έχει εφαρμοσθεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες, λειτουργεί με ηλεκτρικό ρεύμα και παρουσιάζει μια σειρά από πλεονεκτήματα, όπως η μείωση της κυκλοφορίας σκόνης στο χώρο, η αποτροπή δημιουργίας μούχλας στους υγρούς τοίχους κλπ. Όμως, πρόκειται για «ακτινοβολία», επομένως διατηρούνται επιφυλάξεις για την τήρηση των ονομαστικών συχνοτήτων λειτουργίας των συσκευών.
Οι εταιρείες που πλασάρουν αυτά τα συστήματα διατείνονται ότι γίνεται οικονομία, επειδή κυρίως θερμαίνουν τους ζωντανούς ιστούς και καθόλου τον αέρα. Σ΄ αυτό υπάρχουν δύο βασικές ενστάσεις : α) έτσι κι αλλιώς η θερμότητα που απαιτείται για να θερμανθεί ένας χώρος κατευθύνεται κατά 98% στα δομικά και άλλα στερεά υλικά του χώρου και κατά 2% μόλις για την θέρμανση του αέρα β) η θέρμανση, όντως, των ανθρώπινων ιστών, συντελείται κυρίως στα μέρη όπου υπάρχει ακάλυπτο δέρμα, πχ το πρόσωπο ή τα χέρια, και όντως τα αισθητήρια σ΄ αυτές της περιοχές του ανθρώπινου σώματος παράγουν το 75% του «αισθήματος θερμικής άνεσης» του ανθρώπου. Τι θα γίνεται λοιπόν, όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σ΄ ένα χώρο που οι περιβάλλοντες τοίχοι έχουν πχ θερμοκρασία 15 oC, αλλά το σύστημα ρύθμισης της θερμοκρασίας του ανθρώπου «νομίζει» ότι είναι στους 22 oC εξαιτίας αυτού του φαινομένου ? Απλά, δεν θα ενεργοποιηθεί το σύστημα εσωτερικής θέρμανσης του οργανισμού και ο άνθρωπος απλώς θα κρυώνει, πιστεύοντας ότι θερμαίνεται, γεγονός επικίνδυνο για την υγεία του.
Για την εγκατάσταση ενός τέτοιου συστήματος θα απαιτηθούν κατά μέσον όρο 6 σώματα που το καθένα κοστίζει περίπου 500 € και μια εγκατάσταση ηλεκτρικής παροχής μέσα στο χώρο. Συνήθως η ηλεκτρική παροχή μιας κατοικίας επαρκεί για την τροφοδοσία του συστήματος αυτού. Η ενδεχόμενη οικονομία προκύπτει από την μείωση της μέσης θερμοκρασίας του χώρου, σημειωτέον με κάθε μείωση της μέσης εσωτερικής θερμοκρασίας ενός χώρου κατά ένα βαθμό η κατανάλωση καυσίμου μειώνεται κατά 8% περίπου.
ΒιοκαύσιμαΣτις αρχές της δεκαετίας του 80 τα βιοκαύσιμα αναδείχθηκαν ως πρότυπος εναλλακτικός πόρος ενέργειας, κυρίως για την κίνηση οχημάτων, και η ΕΕ έθεσε πολύ αισιόδοξους στόχους για την παραγωγή και χρήση τους. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ διαφορετική και η επέκταση των σχετικών καλλιεργειών δημιούργησε μεγάλα κοινωνικά προβλήματα στις χώρες που εφαρμόσθηκε αλλά και απότομη αύξηση της τιμής των τροφίμων. Σήμερα, σχεδόν όλες οι οικολογικές οργανώσεις αναθεωρούν την στάση τους και προτείνουν μείωση του προγράμματος καλλιεργειών τους. Ενδιάμεσα αναπτύχθηκαν συστήματα μετατροπής φυτικών πρώτων υλών σε βιοκαύσιμα ακόμη και σε οικιακό επίπεδο, όμως το συνολικό κόστος προμήθειας και λειτουργίας μιας τέτοιας εγκατάστασης είναι οικονομικά εντελώς απαγορευτικό.
Υδρογόνο
Το υδρογόνο είναι από τα πλέον φιλικά υλικά για μετατροπές ενέργειας, αφού «καιόμενο» παράγει σχεδόν μόνο νερό και κάποια ίχνη οξειδίων του αζώτου. Διευκρινίζεται ότι το υδρογόνο είναι «φορέας ενέργειας» και όχι πηγή ενέργειας, αυτό σημαίνει ότι χρειαζόμαστε μια πηγή ενέργειας για να το παράγουμε. Στον οικολογικό χώρο, η παραγωγή υδρογόνου συνδυάζεται συνήθως με μια Ανανεώσιμη Πηγή Ενέργειας (Φωτοβολταϊκά, Ανεμογεννήτριες, Υδροηλεκτρικά, Ηλιακά κλπ) και λειτουργεί ως «αποθηκευτής ενέργειας». Αν και η τεχνολογία έχει προχωρήσει αρκετά και ήδη κυκλοφορούν πειραματικά υδρογονοκίνητα οχήματα με κυψέλες καυσίμου, δεν αναμένεται στα επόμενα χρόνια να υπάρξει διαθέσιμη τεχνολογία για χρήση στην θέρμανση κτηρίων.
Ξενοφών Ζήσης, Η/Μ - Ειδικός σε θέματα ΑΠΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου